Τι στο διάβολο γύρευε εκεί νοικοκυρά γυναίκα; Μπορεί βέβαια να διέθετε τα τροφαντά καπούλια φοράδας εργασίας, αλλά πέταλωμα δε χρειαζόταν. Άρα; Ωστόσο, ο κύριος Πλαπούτας, λόγω χριστιανικών αρχών (αλλά κυρίως γιατί φοβόταν το δούλεμα που θα του έριχναν οι υπόλοιποι λεμέδες στο καφενείο αν μάθαιναν για το κεράτωμα) δεν ήθελε να πετάξει τη μάλλον σκορδόπιστη και το μάλλον μπάσταρδο στο δρόμο. Έδωσε τόπο στην οργή και έκανε τουμπεκί για το θέμα.
Έτσι ο μικρός Ηλίας μεγάλωνε αμέριμνος στο μικρόκοσμό του, ξεριζώνοντας τα φτερά από τις μύγες, καίγοντας μυρμηγκάκια με σπίρτα που έκλεβε από τις τσέπες του πατέρα του (του κυρ-Πλαπούτα, όχι του Πριτσαπήδουλα), και πετώντας καβαλίνες στα περαστικά γυφτάκια, μέχρι που στην Πέμπτη δημοτικού συνέβη ένα περιστατικό που άλλαξε συλλήβδην τη ζωή του και καθόρισε το μέλλον του.
Ένας συμμαθητής του, γιος του μοναδικού και δακτυλοδεικτούμενου κουκουέ του χωριού, τον στρίμωξε στους καμπινέδες του σχολείου, του κατέβασε τα βρακιά και του τον φόρεσε. Με την πρώτη διείσδυση έλαβε χώρα ένα πρωτόγνωρο γεγονός. Το δεξί χέρι του μικρού Ηλίου τινάχτηκε προς τα εμπρός και πάνω, και συνέχισε να τινάζεται έτσι κάθε φορά που το κομμουνιστικό πέος καρφωνόταν αδιάντροπα στο ελληνορθόδοξο ορθόν του.
Ανάμεικτα συναισθήματα κατέκλυσαν τον μικρό Ηλία έπειτα απ’ αυτό το συμβάν. Μίσος για το συμμαθητή του και για κάθε τι κομμουνιστικής προέλευσης (ρωσική σαλάτα, βέσπες Ζούνταπ, βότκες πορτοκάλι a.k.a. σκρου-ντράιβερς, τρακτέρ Ζάσταβα, βακαλάους Βαϊκάλης, πτήσεις της Αεροφλότ κλπ), αλλά και μια γλυκιά νοσταλγία συνοδευμένη από ρίγη ανατριχίλας κάθε που έφερνε στο μυαλό του το βάτεμά του στους καμπινέδες.
Η λαχτάρα του να ξαναζήσει (έστω νοερά) τον αποκρουστικό μα συνάμα σαγηνευτικό σοδομισμό τον έσπρωξε να αρχίζει να βάζει δάχτυλο στον κώλο του. Φυσικά, κάθε φορά που αυτοκωλοδαχτυλιαζόταν, το δεξί του χέρι τιναζόταν προς τα εμπρός και πάνω. Επειδή είχε ξεκωλωθεί στα δάχτυλα και κάπως έπρεπε να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ήταν συνέχεια με το δεξί χέρι τεντωμένο μπροστά, έστιψε το μυαλό του να βρει μια λύση.
Ξαφνικά θυμήθηκε ένα ντοκιμαντέρ που τον είχε αναγκάσει ο πατέρας του να δει στην τηλεόραση, με θέμα τη ζωή του Αδόλφου Χίτλερ. Να η λύση! Θα γινόταν ναζιστής, οπότε ούτε το τεντωμένο δεξί χέρι του θα φαινόταν παράξενο σε κανέναν, ούτε θα αναγκαζόταν να πάψει να χώνει το δάχτυλό του στον κώλο του. Με έναν σμπάρο δυο τρυγόνια. Τώρα δεν έμενε παρά να γραφτεί σε μια εθνικιστική οργάνωση.
Φυσικά στο χωριουδάκι όπου ζούσε ο μικρός Ηλίας με τους γονείς του δεν υπήρχαν εθνικιστικές (ή άλλες) οργανώσεις. Έπρεπε ή να φύγει από το χωριό (πράγμα αδύνατο αφού ήταν ανήλικος και δεν θα του το επέτρεπαν), ή να περιμένει μέχρι να ενηλικιωθεί. Αποφάσισε να κάνει το δεύτερο. Εννοείται πως, μέχρι τότε, για να μην τραβάει την προσοχή, έπρεπε να βάζει κωλοδάχτυλο μόνο όταν βρισκόταν μόνος στο δωμάτιό του. Δυστυχώς, έξη δευτέρα φύση και ο μικρός Ηλίας συχνά-πυκνά δεν κατάφερνε να συγκρατηθεί. Όταν έβλεπε κάτι που προσομοίαζε με δάχτυλο καθόταν πάνω και χαϊδευόταν (με το αριστερό φυσικά, γιατί το δεξί ήταν τεντωμένο προς τα εμπρός και πάνω). Το αποτέλεσμα ήταν μέχρι να κλείσει τα δεκαοχτώ να έχει γίνει ρεντίκολο στους συγχωριανούς του.
«Ωρ’ πατριώτ’, κειν’ς ου παραπλήγ’ς ου Λιακς πάλ’ έκαμε πδήλατο χρις τη σέλα... Λίγ’ έλειψ’ να σκουτθεί του μόγγλο, μι το’να χερ’ τεντουμέν’ μπρστά κι τ’ άλλ’ στ’ αχαμνά τ’... Ωρ’ τι μαλάκ’ς είν’ τούτ’ς!»
(Μετάφραση στα ελληνικά: Ρε πατριώτη, κείνος ο παραπλήγας ο Λιάκος πάλι έκανε ποδήλατο χωρίς τη σέλα... Λίγο έλειψε να σκοτωθεί το μόγγολο, με το ένα χέρι τεντωμένο μπροστά και το άλλο στ’ αχαμνά του. Ρε τι μαλάκας είν’ αυτός!)
«Φτουν’ δεν’είν’ τίπτα. Ου Μίτρ’ς μο’ πε ότι τις προάλ’ς τον είδ’ να κάθιτ’ πάν’ στα κάγκιλα του νικροταφείου σαν κ’ράκι, μι το’να χερ’ ψ’λα κι τ’ άλλ’ στα ‘χαμνά τ’... Σκιάχτκε ου δόλιους ου Μίτρ’ς... Τέτοιου γροθ’ σαν του Λιακ’ δε ματάδα!»
(Μετάφραση στα ελληνικά: Αυτό δεν είναι τίποτα. Ο Μήτρος μου είπε ότι τις προάλλες τον είδε να κάθεται πάνω στα κάγκελα του νεκροταφείου σαν κοράκι, με το ένα χέρι ψηλά και το άλλο στα αχαμνά του. Τρόμαξε ο δόλιος ο Μήτρος. Τέτοιο μαλάκα σαν το Λιάκο δεν έχω ξαναδεί.)
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, δεν τολμούσε να περάσει από κάπου ο μικρός Ηλίας και τον άρχιζαν στο δούλεμα. Μαλάκα τον ανέβαζαν, γρόθο τον κατέβαζαν. Μινάρα τον πήγαιναν, γαβανά τον έφερναν. Εκείνος κατάπινε βουβός τις προσβολές και το μίσος φούντωνε μέσα του. «Δε θα μεγαλώσω, ρε κουφάλες;» σκεφτόταν. «Θα σας γαμήσω όλους!» Πάλι καλά που τον θεωρούσαν μόνο ψωλοβρόντη και δεν είχαν καταλάβει ότι γούσταρε να χώνει πράγματα στον κώλο του, γιατί τότε δεν θα τον ξέπλενε ούτε ο Ιορδάνης ποταμός.
Στο μεταξύ ο κυρ-Πλαπούτας, ο (ας πούμε) πατέρας του μικρού Ηλία, ζούσε ένα δράμα. Μόνο οι πέτρες του χωριού δεν τον κορόιδευαν για το ζαβό παιδί του. Και όσο σκεφτόταν ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν δικό του παιδί, αλλά του Πρητσαπήδουλα του πεταλωτή, τόσο πιο πολύ φουρκιζόταν. Του ΄ρχόταν να πάει κρυφά ένα βράδυ και να γράψει στη μάντρα του σχολείου του χωριού με μαύρη μπογιά «Ο ΗΛΟΙΑΣ ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ ΙΝΑΙ ΠΕΔΗ ΤΟΥ ΠΡΥΤΣΑΠΥΗΔΟΥΛΑ», να φύγει από πάνω του η ρετσινιά πως ήταν ο πατέρας ενός πεοκρούστη. Όμως τότε θα ΄βγαινε στη φόρα η απιστία της κυρα-Πλαπούταινας και θα γελούσαν και οι πέτρες με το κερατιλίκι του. Πουτάνα ζωή, από πουθενά δε μπορούσες να την πιάσεις!
Αφού βασανίστηκε κάτι μερόνυχτα και σκέφτηκε όλες τις πιθανές και απίθανες λύσεις, αποφάσισε πως είχε μόνο μια επιλογή: να πάρει την παπαδοξηλώτρα τη γυναίκα του και το μουλόσπερμα του Πριτσαπήδουλα και να φύγει διά παντός από το χωριό. Θα δοκίμαζε την τύχη του στην πρωτεύουσα, την Αθήνα. Τόσοι και τόσοι ψυχανώμαλοι ζούσαν εκεί, ίσως ο γιος του (για την ακρίβεια ο γιος του πεταλωτή) να περνούσε απαρατήρητος.
Όταν η οικογένεια Πλαπούτα έφτασε στην Αθήνα εγκαταστάθηκε στην Πλατεία Αμερικής όπου τα ενοίκια ήταν ακόμα φτηνά σε σύγκριση με εκείνα των προαστίων. Ο κυρ-Πλαπούτας άρχισε να ψάχνει για δουλειά ανάλογη των προσόντων του, αλλά κάθε μέρα επέστρεφε απελπισμένος στο σπίτι του.
«Κωλομετανάστες... Έχουν πιάσει όλα τα καλά τα πόστα. Και πού δεν πήγα. Στα φανάρια έχουν κατσικωθεί οι Μπαγκλαντέζοι και δεν αφήνουν λευκό να πλύνει τζάμια αυτοκινήτων. Στα πεζοδρόμια έχουν κάνει κατάληψη οι Αφρικανοί και δεν τολμάς να πουλήσεις μπιχλιμπίδια και τσάντες. Προσπάθησα να συνεννοηθώ με τους Κινέζους μήπως και με πάρουν να πουλάω κιλότες, αλλά δεν τα κατάφερα γιατί δεν ξέρω καντονέζικα... Καριόληδες! Πού θα πιάσει δουλειά ο τίμιος Έλληνας, μου λες;» ρωτούσε πικραμένος τη γυναίκα του.
«Απέναντι μένει ένας Αλβανός που έχει συνεργείο καθαρισμού και άκουσα ότι προσλαμβάνει», είπε μια μέρα η κυρα-Πλαπούταινα. «Να πας να τον καλοπιάσεις».
«Τι λες, μωρή πουτάνα, που θα πάω να παρακαλέσω τον Αλβανό να με πάρει να πλένω σκάλες για να τρώτε εσύ και το μπάσταρδο του Πριτσαπήδουλα!» αγρίεψε ο κυρ-Πλαπούτας.
«Πώς μου μιλάς έτσι, άντρα μου, και τι είναι αυτά που λες για το Λιάκο;»
«Νομίζεις ότι δεν ξέρω, μωρή, ότι μου τα φόρεσες με τον πεταλωτή και ότι ο γιος σου είναι το μουλόσπερμά του;»
«Αν είναι δυνατόν! Ο Λιάκος είναι παιδί σου, άντρα μου. Αν δε με πιστεύεις, παραφύλαξε το Σάββατο που θα μπει να κάνει το μηνιαίο μπάνιο του και κοίτα τ’ αχαμνά του. Έχει τρεις ελιές στο δεξί αρχίδι και μία στο αριστερό, όπως εσύ. Και η ψωλή του σηκωμένη είναι έξι εκατοστά, σαν τη δική σου!»
«Σοβαρά μιλάς, ρε γυναίκα; Και γω τόσα χρόνια νόμιζα ότι μου τα φόραγες με τον Πριτσαπήδουλα».
«Σου τα φόραγα, άντρα μου, αλλά φρόντιζα και τον έπαιρνα μόνο από τον κώλο για να μην πιάσω παιδί. Το τιμάω εγώ το στεφάνι μου».
«Αγάπη μου! Έρωτα της ζωής μου!» είπε ο κυρ-Πλαπούτας και έκανε να την αγκαλιάσει. «Πάμε στο κρεβάτι να το γιορτάσουμε που ‘χουμε δέκα χρόνια να πηδηχτούμε».
Η κυρα-Πλαπούταινα όμως έκανε έναν επιδέξιο ελιγμό και τον απέφυγε. «Όχι τώρα, άντρα μου, έχω να απλώσω μπουγάδα», δικαιολογήθηκε. Ώρες ήταν τώρα να υποστεί τη μελάτη μπάμια του κυρ-Πλαπούτα! Χάθηκαν οι Νιγηριανοί ψωλαράδες που κυκλοφορούσαν στην πλατεία;
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στο σπίτι ο Ηλίας, που πια είχε ενηλικιωθεί. Κάθησε βαρύς κι αμίλητος στο τραπέζι.
«Γιατί τέτοια προβοσκίδα, γιόκα μου άστρο της αυγής, λιάκο μου νιο φεγγάρι;» ρώτησε ο κυρ-Πλαπούτας, που τώρα είχε ξεχάσει ότι μέχρι πρότινος λακαμά ανέβαζε τον Ηλία, κουραδοκόφτη τον κατέβαζε (πιστεύοντας ότι ήταν γιος του πεταλωτή).
«Άσ’ τα, μπαμπά. Πριν από μια βδομάδα πήγα να γραφτώ στη Χρυσή Αυγή και σήμερα μου ανακοινώσανε ότι δεν πέρασα τις δοκιμασίες. Κάτι μου είπανε για την Κιου».
«Ποια Κιου, καμάρι μου; Την Κιου Καρντ;»
«Ναι... Ότι δεν είναι ‘επαρκές’ λέει... κάτι τέτοιο... Σάμπως κατάλαβα;» είπε χολωμένος ο Ηλίας.
«Όχι την Κιου!» πετάχτηκε η κυρά-Πλαπούταινα. «Το Άι Κιου θα εννοούσαν. Δηλαδή δεν είσαι αρκετά ξύπνιος», εξήγησε, αφού ήταν η μορφωμένη της μικρής φαμίλιας. Παρακολουθούσε ανελλιπώς Πρωινό Καφέ και ειδήσεις του Star.
«Μη λες μαλακίες, μωρή!» φώναξε ο κυρ-Πλαπούτας. «Το δικό ΜΟΥ το παιδί δεν είναι ξύπνιο; Το Πλαπουτέικο μόνο μυαλά ξουράφια βγάζει! Αητούς! Σήκω πάνω, Ηλία, να πάμε τώρα στην τοπική οργάνωση. Αν δε σε πάρουν, θα τους γαμήσω το μουνί που τους γλίστραγε!»
Κρατώντας τον Ηλία από το χέρι για να μην τον πατήσει κανένα αυτοκίνητο, ο κυρ-Πλαπούτας έφτασε στα γραφεία της Χ.Α. και μπήκε στο κτίριο. Στην αίθουσα αναμονής ένας τύπος με ξυρισμένο κεφάλι και βλέμμα αποχαυνωμένου ροφού ένα ζεστό απομεσήμερο στη θάλασσα των Σαργασσών καθόταν στη ρεσεψιόν και διάβαζε ένα βιβλίο με τίτλο ‘Η ΙΔΑΝΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΤΕ’. Μόλις είδε τους νεοφερμένους τσακίστηκε να το χώσει κάτω από τον πάγκο, πήρε ένα άλλο από μια στοίβα δίπλα του με τίτλο ‘ΟΙ ΣΤΑΛΙΝΟΤΣΟΛΙΑΔΕΣ’, το άνοιξε μπροστά του και άρχισε να διαβάζει επιδεικτικά. Τους άφησε να περιμένουν πέντε ολόκληρα λεπτά κι έπειτα τους κοίταξε με ύφος μπλαζέ (όσο μπλαζέ ύφος δηλαδή μπορεί να πετύχει ένας αποχαυνωμένος ροφός).
«Τι θέλεις;» ρώτησε τελικά αναιδέστατα τον κυρ-Πλαπούτα.
Εκείνος έδωσε τόπο στην οργή για το καλό του κανακάρη του και απάντησε, «Ήρθα να μάθω γιατί απορρίψατε το γιο μου».
«Και ποιος είναι ο γιος σου;»
«Εγώ!» απάντησε ο Ηλίας, βγάζοντας το κεφάλι του πίσω από την πλάτη του κυρ-Πλαπούτα, όπου κρυβόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή αφήνοντας τον μπαμπάκα να καθαρίσει για πάρτη του.
«Α, εσύ!» έκανε με νόημα ο ροφός. «Ε, τι να γίνει, κύριε», απευθύνθηκε ξανά στον κυρ-Πλαπούτα, «το παιδί δεν είναι κατάλληλο για την οργάνωσή μας».
«Δε θα μου πεις εσύ αν είναι κατάλληλος ο γιος μου», αντεπιτέθηκε ο κυρ-Πλαπούτας. «Θέλω να μιλήσω με τον ανώτερό σου!»
«Καλααά... Στο βάθος του διαδρόμου, πρώτη πόρτα δεξιά», απάντησε ο ροφός και έδειξε. «Εσύ», είπε στον Ηλία, «θα περιμένεις εδώ».
Ο Ηλίας κάθησε στο καναπεδάκι της ρεσεψιόν και έριξε μια ματιά στα περιοδικά που υπήρχαν στο τραπεζάκι. Χρυσή Αυγή, Αντεπίθεση, Δαυλός, δυο-τρία Μίκυ Μάους και μια Κατερίνα. Πήρε την Κατερίνα με εξώφυλλο τον Τζάστιν Μπίμπερ που ήταν ο αγαπημένος του τραγουδιστής και πήγε στη σελίδα των αναγνωστριών. Όλο και κάποια ανήλικη μουνίτσα θα είχε βάλει αγγελία για αλληλογραφία. Στο μεταξύ ο κυρ-Πλαπούτας έφτασε στην πόρτα που του υπέδειξε ο ροφός, την άνοιξε χωρίς να χτυπήσει και μπούκαρε μέσα.
Η φόρα τού κόπηκε απότομα όταν είδε έναν χοντροκώλη Πακιστανό να στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη και να βαράει προσοχές, τεντώνοντας ταυτόχρονα το δεξί του χέρι προς τα εμπρός και πάνω, φωνάζοντας «Ζιγκ Χάιλ». Ε, όχι, ρε πούστη! Ακόμα και στη Χρυσή Αυγή κωλομετανάστες προσλάμβαναν για χαμάληδες;
«Ρε συ!» του φώναξε. «Πού είναι το αφεντικό σου;»
Ο μελαψός χοντροκώλης τινάχτηκε ξαφνιασμένος και στράφηκε προς το μέρος του. «Εγώ είμαι το αφεντικό, κύριε», απάντησε με ύφος 40 καρδιναλίων. «Νικόλαος Γ. Μιχαλολιάκος. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;»
«Μιστόκλης Η. Πλαπούτας», συστήθηκε εξίσου μεγαλόπρεπα ο κυρ-Πλαπούτας.Αν αυτός ο μαυριδερός μπουχέσας είναι Έλληνας εγώ θα κάτσω να με γαμήσουν δώδεκα πίθηκοι, σκέφτηκε. «Ήρθα να μάθω γιατί απορρίψατε από την οργάνωσή σας το γιο μου τον Ηλία».
«Για να δούμε... Ηλίας Πλαπούτας». Ο Πακιστανός ξεφύλλισε ένα χοντρό τόμο που πήρε από το συρτάρι του γραφείου του και άρχισε να διαβάζει μουρμουρίζοντας και βγάζοντας επιφωνήματα. «Μάλιστα, μάλιστα... μμμ.... ααα.... ιιι.... πωπώ... ε, όχι... δεν είμαστε καλά!» Έπειτα στράφηκε στον κυρ-Πλαπούτα. «Λοιπόν, κύριε, ο γιος σας κρίθηκε ακατάλληλος για τους κόλπους της οργάνωσής μας εξαιτίας χαμηλού iq, μειωμένης αντιληπτικής ικανότητας, έξης προς τον κιναιδισμό και πιθανών παιδοφιλικών τάσεων».
«Δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά. Πες τα ελληνικά».
«Ο γιος σου έφαγε Χ γιατί είναι μόγγολο, καθυστέρας, πούστρα και παιδογάμης. Επίσης μας έχει κάνει ρόμπα με τα κουλά βίντεο που ανεβάζει στα ίντερνετς. Γκέγκε;».
«Τι είπες, μωρή ψωλοχυμένη αποβολή Πακιστανής πουτάνας; Πούστης ο γιος μου; Τώρα θα σου δείξω εγώ!» βρυχήθηκε ο κυρ-Πλαπούτας, όρμησε στο χοντροκώλη και τον άρπαξε από το λαιμό.
«Τρεχάτεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε! Με σκοτώνειιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι!» άρχισε να τσιρίζει εκείνος και στο πι και φι μπούκαρε στο δωμάτιο μια ορδή από χρυσάβγουλα και έκανε τον κυρ-Πλαπούτα ασήκωτο. Στη συνέχεια, έπιασαν εκείνον και τον Ηλία και τους πέταξαν κλωτσηδόν από τα γραφεία της Χ.Α.
Ο κυρ-Πλαπούτας ήταν έξω φρενών. «Τι περιμένεις από μια οργάνωση που έχει για αρχηγό ένα βρωμιάρη Πακιστανό; Ηλία, παιδί μου ένας είναι ο δρόμος. Θα διεκδικήσεις την προεδρία της Χρυσής Αυγής! Πρέπει να σώσουμε την οργάνωση και να ξεβρωμίσουμε τον τόπο! Από αύριο θα αρχίσεις να μοιράζεις φυλλάδια στα σούπερ-μάρκετ, αρχίζοντας από το Lidl. Σκέφτηκα και το σύνθημά μας: KATΩ Ο ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ, ΔΑΓΚΩΤΟ ΝΑ ΒΓΕΙ Ο ΛΙΑΚΟΣ! «Ε, τι λες και συ;»
Ο Λιάκος έβαλε τον μέσο του αριστερού χεριού του στην τρύπια κωλότσεπή του κι από κει στο ορθόν του και όταν το δεξί χέρι του τινάχτηκε απότομα προς τα επάνω και εμπρός φώναξε με βροντερή φωνή «Ζιγκ Χάιλ!» Με τα μάτια του μυαλού του έβλεπε ήδη τον εαυτό του ψηλά σε ένα βάθρο να βγάζει λόγο κι από κάτω τα πλήθη των στρατιωτών, των δικών ΤΟΥ στρατιωτών, να κάνουν παρέλαση με το βήμα της χήνας.
«Έχεις δίκιο, πατέρα», είπε, με βλέμμα θολό και ονειροπόλο. «Εμπρός, πάμε! Έχω ραντεβού με την Ιστορία...»
